Αρχική / Νέα / Βέροια: Με την παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Λιόλου “Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνας Τρέσνι” εγκαινιάστηκε το “Υπόγειο της Μνήμης” στο Βυζαντινό Μουσείο (φωτο+βίντεο)

Βέροια: Με την παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Λιόλου “Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνας Τρέσνι” εγκαινιάστηκε το “Υπόγειο της Μνήμης” στο Βυζαντινό Μουσείο (φωτο+βίντεο)

Σάββατο, Μάρτιος 16, 2019 - 00:22
0 0 0

 

Με την ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Λιόλιου με τίτλο “Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνας Τρέσνι”, εγκαινιάστηκε το “Υπόγειο της Μνήμης” που βρίσκεται στον υπόγειο χώρο του Βυζαντινού Μουσείου Βέροιας.

Πρόκειται για μια εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια των διήμερων εκδηλώσεων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Βέροιας που γίνονται στις 15 και 16 Μαρτίου.

Το απόγευμα της Παρασκευής (15/3/19), ο νέος αυτός χώρος, που προορίζεται για εκδηλώσεις λόγου και μουσικής εγκαινιάστηκε με την πρώτη βιβλιοπαρουσίαση.

Για το βιβλίο “Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνιας Τρέσνι”, μίλησαν η Διευθύντρια της ΕΦΑ Ημαθίας Αγγελική Κοτταρίδη, η εγκληματολόγος και ποιήτρια Σοφία Γιοβάνογλου και ο δικηγόρος – συγγραφέας Γιώργος Λιόλιος.

Η βραδιά έκλεισε ατμοσφαιρικά με την αισθαντική φωνή και ερμηνεία της Γεωργίας Συλλαίου, η οποία ερμήνευσε τον κύκλο Cabaret Berlin, με τραγούδια των Kurt Weil, Bertold Brech.

 

Περισσότερα στο βίντεο που ακολουθεί:

Βέροια-ΕΦΑ Ημαθίας Εγκαίνια - Υπογείου της Μνήμης - Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνας Τρέσνι 15/3/2019

https://www.youtube.com/embed/sxp4ZC0KU0A

 

Για να δείτε φωτογραφίες πατήστε πάνω στην εικόνα:

 

Κείμενο - Φωτογραφίες: Βέϊου Σοφία

Βίντεο: Δημήτρης Καρολίδης

 

«Ο αλλόκοτος κόσμος του Γιόνας Τρέσζνι» - Του Γιώργου Λιόλιου

 

Με τον Γιόνας Τρέσζνι γνωριστήκαμε στα τέλη του 1935, χάρη στον στενό μου φίλο Τσέζαρε Παβέζε, με τον οποίο είχαμε γνωριστεί στο Τορίνο ήδη από την εποχή που ετοιμάζαμε και οι δυο τις διατριβές μας στο εκεί Πανεπιστήμιο –αυτός στην ποίηση του Ουόλτ Ουίτμαν κι εγώ σ’ αυτήν του Ε.Ε. Κάμινγκς. Ο Παβέζε επέμενε σ’ αυτήν την γνωριμία. Εγώ, από την άλλη, δεν είχα λόγο να την αρνηθώ. Άλλωστε η διατριβή μου είχε βαλτώσει την εποχή εκείνη. Με μαστίγωνε μια ερωτική απογοήτευση που είχε καταργήσει κάθε λογική προσέγγιση στο έργο του Αμερικάνου συγγραφέα. Μονότονα επαναλάμβανα συνεχώς το ποίημά του: «Κυρία, θα σε αγγίξω με τον νου μου / Θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω και θα σε αγγίξω / ώσπου να μου δώσεις ξαφνικά ένα χαμόγελο, συνεσταλμένα άσεμνο. / Θα σε αγγίξω, / αυτό είναι όλο, / απαλά κι εσύ ολότελα θα γίνεις / με απέραντη ευκολία / το ποίημα που δεν θα γράψω», και αυτή η κατατονία μου είχε κάνει έξαλλο τον Παβέζε, ο οποίος, παρά τους περίεργους καιρούς στην κεντρική Ευρώπη και στο Νότο, μου συνέστησε μια σειρά γενναίων δόσεων απεξάρτησης στο Μόναχο, κοντά στον Τρέσζνι.

.......................................

Τον Παβέζε, έκτοτε, έμελλε να μην το ξαναδώ ποτέ. Αν και αλληλογραφούσαμε αραιά και που, εν τούτοις οι δυσκολίες στις μετακινήσεις και οι διάφορες υποχρεώσεις που είχα αναλάβει στο Μόναχο μεταπολεμικά, δεν μου επέτρεψαν να παραστώ ακόμη και στην κηδεία του, στις 27 του Αυγούστου του 1950, έχοντας αυτός προηγουμένως αυτοκτονήσει από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Οι κακιές γλώσσες λέγανε τότε ότι η αυτοκτονία του οφειλόταν σε ερωτική απογοήτευση εξ αιτίας της άσχημης κατάληξης της ερωτικής σχέσης του με την Κονστάνς Ντόουλινγκ. Τελικά, το «Όμορφο καλοκαίρι» που ετοίμαζε χρόνια πριν και βραβεύτηκε συμπτωματικά την χρονιά του θανάτου του, δεν τον συγκράτησε από την αυτοκτονία.

Ο Γιόνας Τρέσζνι, πολύ νωρίς, είχε αποκτήσει μια μυθική διάσταση στον κόσμο της διανόησης. Πολλοί διανοούμενοι ένιωθαν την ανάγκη να γνωρίσουν τον μαικήνα της παραδοξολογότητας του λόγου. Από τους πιο συχνούς επισκέπτες του ήταν ο Χέμινγουέι, ο οποίος, όπως ομολόγησε πολλά χρονιά αργότερα και λίγο καιρό πριν αυτοκτονήσει κι αυτός με την κυνηγετική καραμπίνα του, χάρη στον Τρέσζνι απέκτησε η γραφή του οικονομία και ακρίβεια. Αν θυμάμαι καλά το είχε γράψει κάπως έτσι: «ευτυχώς που κάποτε διδάχτηκα πως ο πεζός λόγος έχει ανάγκη από αρχιτεκτονική και όχι από εσωτερική διακόσμηση».

...............................

Ο Τρέσζνι ήταν εξαιρετικά δημοφιλής για την ευρυμάθειά του και την πρωτοποριακή σκέψη του σε μια ευρεία γκάμα εκφράσεων του λόγου και της τέχνης. Γνώριζα από τις σπάνιες εξομολογήσεις του σε μένα ότι εργαζόταν νυχθημερόν πάνω σε ένα ποιητικό-φιλοσοφικό δοκίμιο με τον τίτλο «Η ευθύνη για μια Άνοιξη που δεν ήρθε ποτέ», όμως ποτέ δεν μου εμπιστεύθηκε το δοκίμιο κι ούτε επέτρεπε οποιαδήποτε συζήτηση γύρω απ’ αυτό. Το μόνο που μου αποκάλυψε μετά από πολύ καιρό, όταν πια είχε πεισθεί για την αφοσίωσή μου, ήταν ότι το δοκίμιο του ήταν αφιερωμένο σε κάποια Τζοάννα Πρέσιγκερ. Πάντως, όσα γραπτά του σώζονται, τα φύλαξαν διάφοροι συγγραφείς με τους οποίους αλληλογραφούσε και ήταν αυστηρά ιδιωτικά σημειώματά του – αληθινά όμως δοκίμια. Το πώς αυτός ο άνθρωπος γυρνούσε όλη μέρα, ξενυχτούσε, έπινε, έψαχνε στα παλαιοβιβλιοπωλεία, και από την άλλη σκεπτόταν κι έγραφε ασταμάτητα, παραμένει ένα μυστήριο. Δεν είχε αφήσει χαρτοπετσέτα για χαρτοπετσέτα, στο γνωστό στέκι, δίχως να τη μουτζουρώνει με σκίτσα και λέξεις.

...................................

Για να επιστρέψω στον Τουχόλσκι, νιώθω εξαιρετικά τυχερός που είχα την τύχη να γνωρίσω αυτόν τον σπουδαίο διανοητή, τον οποίο εκτιμούσε απεριόριστα και ο Τρέσζνι. Ο ίδιος μου είχε εξομολογηθεί την βαθιά στενοχώρια του για τη φυγή του Τουχόλσκι εξ αιτίας της εβραϊκότητάς του. Δεν είχα προλάβει σχεδόν να επιστρέψω στο Μόναχο, όταν πληροφορήθηκα ότι ο Τουχόλσκι λίγες μέρες μετά την συνάντησή μας αυτοκτόνησε παίρνοντας δηλητήριο. Ο Τρέσζνι, στο άγγελμα του θανάτου του, είχε εξαφανισθεί για αρκετό καιρό. Μάταια επιχειρούσα να τον συντρέξω, πετώντας κάτω από την πόρτα του διάφορα παρηγορητικά σημειώματα. Εκείνες τις μέρες, μάλιστα, είχα ακούσει από τον Στέφαν Τσβάιχ, τον οποίο συνάντησα συμπτωματικά στη Σέλινγκστράσσε, ότι ο Τρέσζνι με τον Τουχόλσκι είχαν δουλέψει μαζί αρκετούς από τους περίφημους «Μονολόγους» του τελευταίου, ενώ ένας απ’ αυτούς («Το να ζεις σημαίνει να επιλέγεις»), γράφτηκε στην πραγματικότητα καθ’ υπαγόρευση του Τρέσζνι. Απ’ αυτόν έμαθα, εκ των υστέρων, ότι ο Τσβάιχ, την εποχή εκείνη, ετοίμαζε τη διαφυγή του στην Αγγλία, εξ αιτίας των γνωστών διακρίσεων σε βάρος των Εβραίων, και με πολλή λύπη πληροφορήθηκα πολύ αργότερα, το 1942, την αυτοκτονία του ιδίου και της γυναίκας του, Λότε, στη Βραζιλία όπου τελικά είχαν καταλήξει.

..........................................

Το πογκρόμ σε βάρος των Εβραίων τη νύχτα της 9ης προς 10η Νοεμβρίου του 1938, συμπαρέσυρε και τον Τρέσζνι, παρ’ ότι αυτός δεν ήταν Εβραίος. Για τους Ναζί, όμως, ήταν επίσης ενοχλητικός και ακόμα πιο ενοχλητικές οι φιλίες του με πολλούς Εβραίους διανοούμενους, ενώ η βάσιμη υπόνοια ότι έκρυβε στο διαμέρισμά του κάποιον περιώνυμο Εβραίο, προκάλεσε τη νύχτα εκείνη την εισβολή της Ασφάλειας του Μονάχου στο σπίτι του. Όμως, μετά από εξονυχιστική έρευνα, ο μοναδικός Εβραίος που ανακαλύφθηκε, καλά κρυμμένος, σ’ ένα από τα δωμάτια του, ήταν ένας Μοντιλιάνι του 1918. Για την ακρίβεια, ήταν ένας πίνακας του Ιταλοεβραίου ζωγράφου με τον τίτλο «Καθιστός άνδρας με μπαστούνι», τον οποίο του τον είχε εμπιστευθεί, λίγο καιρό πριν, ο Γαλλοεβραίος έμπορος έργων τέχνης Όσκαρ Στέτινερ, φοβούμενος αυτός για την τύχη του ιδίου και την ασφάλεια του έργου. Προφανώς ο «καλοθελητής» γείτονας που κάρφωσε τη νυχτερινή επίσκεψη του Στέτινερ στο διαμέρισμα του Τρέσζνι, παρακολουθώντας την κίνηση στην εξώθυρα μέσα από το χωνευτό ευρυγώνιο μάτι της βαριάς δρύινης πόρτας του σπιτιού του, μπέρδεψε τη λιπόσαρκη φιγούρα που κτυπούσε συνθηματικά την πόρτα του Τρέσζνι με τον γνωστό ζωγράφο, δίχως όμως να γνωρίζει ο τύπος ότι ο ζωγράφος είχε πεθάνει δεκαοκτώ χρόνια πριν.

........................................

 

Εκείνο το βράδυ θυμήθηκα όσα μου είχε πει ο Παβέζε γι’ αυτόν. Έμεινα αποσβολωμένος στη γνωστή γωνία κοιτώντας προς το σημείο όπου τον είδα τελευταία φορά ζωντανό. Σκεφτόμουν ότι ίσως ήταν ένα από τα συνηθισμένα του καπρίτσια. Δεν ήταν λίγες οι φορές που, όταν ευθυμούσε κι ενώ παράγγελνε επιπλέον ποτά για την παρέα του, αυτός ξαφνικά τραβούσε το παλτό του και εξαφανιζόταν πετώντας σαν πουρμπουάρ ένα απλό «γεια» ή ένα αδιάφορο «τα λέμε».

Κι ενώ σκεφτόμουν αυτά και για κάποιον ανεξήγητο λόγο αρνιόμουν να αποχωρήσω, άκουσα τον γδούπο της πτώσης του από το παράθυρο του σπιτιού του. Είχε σκαρφαλώσει στον κισσό και βούτηξε από τα όνειρά του στο κενό.

Στην υγρή πασπαλισμένη από χιόνι άσφαλτο, την ώρα εκείνη, ήμασταν αποκλειστικά οι δυο μας. Αυτός με τα μάτια ορθάνοιχτα, εγώ με την άκρη του παλτού μου να μουλιάζει στο αίμα του και τριγύρω σκορπισμένα τα χειρόγραφα από το μοναδικό δοκίμιό του «Η ευθύνη για μια Άνοιξη που δεν ήρθε ποτέ», ενώ από την τσέπη του παλτού του μόλις που εξείχε ένα σημείωμα το οποίο ήταν γραμμένο σε ένα βρώμικο δελτίο παραγγελίας εστιατορίου και απευθυνόταν στην αφοσιωμένη του Τζοάννα: «Tρία σπίρτα ένα-ένα μέσα στη νύχτα/ Το πρώτο για να δω το πρόσωπό σου ολόκληρο/ Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου/ Το τελευταίο για να δω το στόμα σου/ Κι ολόκληρο το σκοτάδι για να μου θυμίζει όλα αυτά». Αυτοί οι στίχοι, θυμάμαι, ήταν μια από τις «Κουβέντες» του με τον Ζακ Πρεβέρ˙ ίσως τον πιο πιστό φίλο του ο οποίος πέθανε το ’77 από καρκίνο στον πνεύμονα.

Δεν ξέρω για ποιο λόγο αλλά μετά την μοιραία πτώση του από το παράθυρο του σπιτιού του, θυμήθηκα ότι σε νεαρή ηλικία είχε εξομολογηθεί στον Στέφαν Τσβάιχ μια ιστορία που εγώ είχα διηγηθεί στον Τρέσζνι, πολλές δεκαετίες μετά, σχετικά με την γιαγιά μου και την οποία ως διήγημα συνάντησα εσχάτως στο βιβλίο του Τσβάιχ «Ο κόσμος του χθες». Μάλλον είχε να κάνει με το γεγονός ότι το πρωί της ίδιας ημέρας, κι ενώ οδηγούσα, η μητέρα μου με ειδοποίησε ότι η γιαγιά μου είχε σπάσει τον γοφό της παραπατώντας στο πλατύσκαλο: «Ήταν 84 χρόνων, είχε αδύνατα πόδια, και γι’ αυτό, όταν έκανε τον καθημερινό της περίπατο συνήθιζε, αφού περπατούσε με κόπο πέντε – δέκα λεπτά, να ξεκουράζεται σ’ ένα πάγκο του Ριγκ, ή του πάρκου». Οκτώ μόλις μέρες αφότου έγινε ο Χίτλερ κύριος της πόλης, απαγόρευσαν βίαια στους εβραίους να κάθονται σε πάγκο. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας τότε, η γιαγιά μου δεν καθόταν σε πάγκο αλλά κουβαλούσε μαζί της ένα σπαστό καρεκλάκι το οποίο τοποθετούσε δίπλα στο παγκάκι.

Πριν λίγες μέρες συναντήθηκα μετά από καιρό με την πιστή ερωμένη του Τζοάννα Πρέσινγκερ. Ήταν ακόμα απαρηγόρητη, και γω -είναι η αλήθεια- φανερά σοκαρισμένος από την αινιγματική αυτοκτονία του. Βέβαια έχουν περάσει πολλά χρόνια από την ημέρα του τραγικού θανάτου του. Διέσχιζα αργά τη νύχτα την Ακαντέμιεστράσσε και την είδα από μακριά να κάθεται σ’ ένα από τα παγκάκια απέναντι από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Στο ίδιο που είχαν γνωριστεί πριν πολλά χρόνια. Ούτε που θυμάμαι πόσα. Και οι δύο, τότε, ταλαιπωρούνταν από αϋπνίες και κάθε νύχτα τριγυρνούσαν μόνοι στους δρόμους του Σβάμπινγκ. Κάπως έτσι γνωρίστηκαν μια τέτοια νύχτα.

.....................................

Μια άλλη είδηση, πάλι, τον ήθελε να ταξιδεύει στο κατάστρωμα της άγονης γραμμής για τις Κυκλάδες, με την Τζοάννα ξαπλωμένη στα πόδια του και αυτόν να θαυμάζει την μαεστρία της, να την ταξιδεύει τη θάλασσα. Κάποιος άλλος τον άκουσε να ρωτάει στο λιμάνι τι ώρα αναχωρεί στο πλοίο. Αυτός που ρωτούσε ήταν σίγουρα ο Ρεμπώ, μια μέρα πριν πεθάνει στη Μασσαλία. Μάλλον αυτός που τον είδε, είχε μπερδέψει τον Τρέσζνι με μένα, εξ αιτίας μιας ουλής που είχαμε και οι δύο πάνω από το χείλος αριστερά και η οποία μας έκανε όμοιους αλλά και διαφορετικούς συνάμα.-

 

* Ο Γιώργος Λιόλιος γεννήθηκε και ζει στη Βέροια Σπούδασε δημοσιογραφία και νομικά. Στα γράμματα εμφανίστηκε μέσα από τα λογοτεχνικά περιοδικά Εντευκτήριο και Εμβόλιμον. Από τις εκδόσεις Ευρασία κυκλοφορούν τα βιβλία του Ίχνη Εβραϊκής Παρουσίας στη Σίφνο (2007), Σκιές της πόλης (2009) και Η Σίφνος του Νίκου Μουτσόπουλου – Η ποίηση στην αρχιτεκτονική (2012). Εργάζεται ως δικηγόρος.

Πηγή: www.fractalart.gr

 

 

Πηγή: 
Verianet.gr
url